ἀναστρέφω


ἀναστρέφω
στρέφω / ἀνα|στρέφω aor.pass. ἐστράφην поворачивать, делать поворот; крутить, закручивать (-> βουστροφηδόν букв, меняя направление письма так, как ходят пашущие быки, челноком)

Древнегреческо-русский учебный словарь. - С-П.: "Нотабене". 1997.

Смотреть что такое "ἀναστρέφω" в других словарях:

  • ἀναστρέφω — turn upside down pres subj act 1st sg ἀναστρέφω turn upside down pres ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αναστρέφω — (AM ἀναστρέφω) ανατρέπω, αναποδογυρίζω 2. στρέφω, γυρίζω πίσω νεοελλ. μσν. (μέσ., ομαι) συναναστρέφομαι μσν. αναβάλλω αρχ. 1. ανασκάπτω, οργώνω 2. (μέσ. και παθ.) α) περιφέρομαι, τριγυρνώ β) συμπεριφέρομαι, διάγω γ) διαμένω, βρίσκομαι δ)… …   Dictionary of Greek

  • αναστρέφω — [анастрэфо] р. поворачивать, переворачивать …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • αναστρέφω — ανάστρεψα, αναστράφηκα, αναστραμμένος 1. αναποδογυρίζω: Η βάρκα αναστράφηκε, αλλά δε βούλιαξε. 2. αλλάζω πορεία, ώστε να έχω από την αντίθετη πλευρά τον άνεμο: Για να μπορέσουν να μπουν στο λιμάνι ο πλοίαρχος του καϊκιού αποφάσισε να αναστρέψουν …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἀναστρέφεσθε — ἀναστρέφω turn upside down pres imperat mp 2nd pl ἀναστρέφω turn upside down pres ind mp 2nd pl ἀναστρέφω turn upside down imperf ind mp 2nd pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀναστρέφετε — ἀναστρέφω turn upside down pres imperat act 2nd pl ἀναστρέφω turn upside down pres ind act 2nd pl ἀναστρέφω turn upside down imperf ind act 2nd pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀναστρέφῃ — ἀναστρέφω turn upside down pres subj mp 2nd sg ἀναστρέφω turn upside down pres ind mp 2nd sg ἀναστρέφω turn upside down pres subj act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀναστρέψει — ἀναστρέφω turn upside down aor subj act 3rd sg (epic) ἀναστρέφω turn upside down fut ind mid 2nd sg ἀναστρέφω turn upside down fut ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀναστρέψουσι — ἀναστρέφω turn upside down aor subj act 3rd pl (epic) ἀναστρέφω turn upside down fut part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) ἀναστρέφω turn upside down fut ind act 3rd pl (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀναστρέψουσιν — ἀναστρέφω turn upside down aor subj act 3rd pl (epic) ἀναστρέφω turn upside down fut part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) ἀναστρέφω turn upside down fut ind act 3rd pl (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀναστρέψω — ἀναστρέφω turn upside down aor subj act 1st sg ἀναστρέφω turn upside down fut ind act 1st sg ἀναστρέφω turn upside down aor ind mid 2nd sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)